Greek news

Ελληνική επιτραπέζια ελιά: Το πρώτο «φρένο» μετά το ρεκόρ των €872 εκατ.

Οι εξαγωγές υποχωρούν για πρώτη φορά μετά από χρόνια ισχυρής ανάπτυξης, ενώ ενέργεια, πρώτες ύλες, δασμοί και διεθνής ανταγωνισμός πιέζουν έναν κλάδο που στέλνει πάνω από το 90% της παραγωγής του σε περισσότερες από 100 χώρες.

Για χρόνια η ελληνική επιτραπέζια ελιά ήταν μία από εκείνες τις εξαγωγικές ιστορίες που μπορούσαν να δείξουν καθαρά τι σημαίνει διεθνής παρουσία: αυξανόμενες πωλήσεις, περισσότερες αγορές και ένα προϊόν άμεσα συνδεδεμένο με την ελληνική αγροδιατροφή.

Το 2026, όμως, άναψε το πρώτο προειδοποιητικό φως.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η ΠΕΜΕΤΕ κατά την ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευσή της στη Λάρισα, το πρώτο εξάμηνο του έτους οι ελληνικές εξαγωγές επιτραπέζιων ελιών μειώθηκαν κατά 0,99% σε αξία και 2,25% σε όγκο.

Οι μεταβολές μπορεί να φαίνονται μικρές. Το σημαντικό όμως είναι ότι έρχονται αμέσως μετά από μια πολυετή ανοδική πορεία και ένα ιστορικό 2025, όταν οι εξαγωγές έφτασαν τα €872 εκατ. και τους 282.000 τόνους.

Μέσα σε μία δεκαετία, μάλιστα, η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 115% και ο όγκος κατά 61%.

Ένα προϊόν σχεδόν απόλυτα εξαρτημένο από τις διεθνείς αγορές

Η ιδιαιτερότητα του κλάδου είναι ότι περισσότερο από το 90% της εγχώριας παραγωγής εξάγεται σε πάνω από 100 χώρες.

Αυτό είναι η μεγάλη του δύναμη — αλλά και η μεγάλη του έκθεση.

Γεωπολιτικές αναταράξεις, προβλήματα στις μεταφορές, διεθνείς εμπορικές εντάσεις και διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες περνούν σχεδόν αυτομάτως στον ελληνικό εξαγωγέα.

Την ίδια στιγμή, το κόστος παραγωγής και μεταποίησης έχει αυξηθεί αισθητά. Η ΠΕΜΕΤΕ επισημαίνει το υψηλό ενεργειακό κόστος, τις αυξήσεις σε συσκευασίες, πρώτες ύλες και μεταφορές, αλλά και το μισθολογικό κόστος, σε μια περίοδο κατά την οποία η δυνατότητα μετακύλισης όλων αυτών των αυξήσεων στον τελικό πελάτη είναι περιορισμένη.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το βασικό πρόβλημα: η ελληνική ελιά μπορεί να παραμένει ποιοτικά ισχυρή, αλλά η τιμή εξακολουθεί να μετράει. Πολύ.

Από τις ΗΠΑ μέχρι την Αυστραλία, ο ανταγωνισμός σκληραίνει

Οι πιέσεις δεν προέρχονται μόνο από την πλευρά του κόστους.

Στις ΗΠΑ, οι δασμοί επιβαρύνουν το εμπορικό περιβάλλον, ενώ στη Γερμανία η ασθενέστερη οικονομική συγκυρία περιορίζει την καταναλωτική δαπάνη.

Στην Αυστραλία, την ίδια ώρα, το αιγυπτιακό προϊόν κερδίζει έδαφος αξιοποιώντας ένα πλεονέκτημα που δύσκολα αγνοείται από τους εισαγωγείς: σημαντικά χαμηλότερη τιμή.

Η εικόνα αποκαλύπτει μία μεγαλύτερη πρόκληση για τον ελληνικό κλάδο. Δεν αρκεί πλέον μόνο η ποιότητα ή η αναγνωρισιμότητα του προϊόντος. Οι εξαγωγικές επιχειρήσεις πρέπει να διατηρήσουν ανταγωνιστικές τιμές σε μια περίοδο κατά την οποία σχεδόν κάθε κομμάτι του κόστους τους κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Το πρόβλημα ξεκινά και από το χωράφι

Στην εξίσωση μπαίνει και η παραγωγικότητα του ελληνικού πρωτογενούς τομέα.

Η ΠΕΜΕΤΕ κάνει λόγο για ανεπαρκή εκσυγχρονισμό της παραγωγής, ο οποίος διατηρεί υψηλό το κόστος της πρώτης ύλης και τελικά περιορίζει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης έναντι χωρών που έχουν ήδη προχωρήσει σε αλλαγές στον ελαιοκομικό τους τομέα.

Η φετινή παραγωγή αναμένεται να κινηθεί σε φυσιολογικά επίπεδα, αντίστοιχα με τα δύο προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, στην αρχή της νέας εμπορικής περιόδου υπάρχουν αυξημένα αποθέματα ελιάς Χαλκιδικής από την περίοδο 2025/26, τα οποία έχουν αποκτηθεί σε υψηλό κόστος.

Οι επιχειρήσεις επομένως καλούνται να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: να περιορίσουν τις απώλειες από τα αποθέματα, να προστατεύσουν το εισόδημα του παραγωγού και ταυτόχρονα να μη στείλουν το τελικό εξαγώγιμο προϊόν εκτός αγοράς λόγω τιμής.

 

Πέντε παρεμβάσεις ζητά η ΠΕΜΕΤΕ

Η Ένωση ζητά πλέον πιο ενεργό ρόλο της Πολιτείας, προτάσσοντας τη δημιουργία Μητρώου Συσκευαστηρίων Επιτραπέζιων Ελιών, τη μείωση του ενεργειακού και μη μισθολογικού κόστους, την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων στα επενδυτικά προγράμματα και τον εκσυγχρονισμό της πρωτογενούς παραγωγής.

Παράλληλα, θέτει ζήτημα αμοιβαιότητας στις εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ, με ιδιαίτερη αναφορά στη Mercosur, εκτιμώντας ότι οι διαφορετικοί όροι παραγωγής και ανταγωνισμού μπορούν να πιέσουν περαιτέρω τον ευρωπαϊκό κλάδο.

Σημαντική θεωρείται και η δημιουργία της European Federation of Olive Industry (EFOI), από την ΠΕΜΕΤΕ μαζί με τις αντίστοιχες οργανώσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας, ώστε ο κλάδος να αποκτήσει ισχυρότερη κοινή εκπροσώπηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το πραγματικό καμπανάκι δεν είναι το -0,99%

Έπειτα από ένα ρεκόρ €872 εκατ., μια μικρή υποχώρηση δεν σημαίνει ότι η ελληνική επιτραπέζια ελιά έχασε ξαφνικά τη δυναμική της.

Σημαίνει όμως ότι οι συνθήκες που στήριξαν την προηγούμενη ανάπτυξη δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται δεδομένες.

Το ελληνικό προϊόν έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να ταξιδέψει σε περισσότερες από 100 αγορές. Το επόμενο στοίχημα είναι δυσκολότερο: να παραμείνει ανταγωνιστικό όταν ο διεθνής πελάτης πιέζει την τιμή, οι ανταγωνιστές γίνονται φθηνότεροι και το εγχώριο κόστος παραγωγής ανεβαίνει.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν θα ήταν μια χρονιά με -0,99% στις εξαγωγές.

Θα ήταν να αφήσουμε αυτό το -0,99% να γίνει η αρχή μιας τάσης.

Leave feedback about this