Από αριστερά προς τα δεξιά: Ο Αλέξανδρος Χατζόπουλος, Αντιπρόεδρος της Παπαστράτος, η Τίνα Δάβου, Διευθύνουσα Σύμβουλος της Παπαστράτος και ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Στα 95 χρόνια παρουσίας της στην Ελλάδα, η Παπαστράτος καταγράφει αποτύπωμα που αντιστοιχεί στο 0,42% του ΑΕΠ και στο 1% των εξαγωγών προϊόντων της χώρας. Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ δεν αποτυπώνει μόνο την πορεία μιας μεγάλης βιομηχανίας, αλλά ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο που χρειάζεται η Ελλάδα: επενδύσεις, τεχνολογία, εξωστρέφεια και μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.
Πόσο μπορεί να επηρεάζει μία μόνο βιομηχανική επιχείρηση τα μεγέθη μιας ολόκληρης οικονομίας;
Στην περίπτωση της Παπαστράτος, η απάντηση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: η δραστηριότητά της αντιστοιχεί σήμερα στο 0,42% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ αντιπροσωπεύει το 1% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών προϊόντων.
Τα στοιχεία προκύπτουν από ειδική μελέτη του ΙΟΒΕ για το οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα της εταιρείας, η οποία παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο της 90ής ΔΕΘ, με αφορμή τη συμπλήρωση 95 χρόνων συνεχούς παρουσίας της Παπαστράτος στην Ελλάδα.
Και ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της μελέτης δεν είναι η επέτειος, αλλά αυτό που συνέβη μέσα σε αυτά τα χρόνια: ενώ η ελληνική οικονομία πέρασε μια μακρά περίοδο αποβιομηχάνισης, η συγκεκριμένη βιομηχανία ακολούθησε την αντίθετη κατεύθυνση.
Επενδύσεις x4 σε μια περίοδο αποβιομηχάνισης
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, οι επενδύσεις της Παπαστράτος τετραπλασιάστηκαν την τελευταία εικοσαετία.
Στο ίδιο διάστημα, οι επενδύσεις στο σύνολο της ελληνικής βιομηχανίας αυξήθηκαν μόλις κατά 35%.
Η σύγκριση έχει μεγαλύτερη σημασία από το απόλυτο μέγεθος.
Η Ελλάδα πέρασε μέσα σε αυτά τα 20 χρόνια από οικονομική κρίση, capital controls, πανδημία, ενεργειακή κρίση και έντονη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Παράλληλα, η μεταποίηση έχασε σημαντικό μέρος του βάρους που είχε ιστορικά στην οικονομία.
Η Παπαστράτος κινήθηκε αντίστροφα: επένδυσε στην παραγωγή, στον τεχνολογικό μετασχηματισμό και στην εξωστρέφεια.
Η ίδια η εταιρεία είχε ήδη αναφέρει στις αρχές του 2026 ότι οι συνολικές επενδύσεις της έχουν φτάσει τα 700 εκατ. ευρώ, ενώ οι ετήσιες εξαγωγές της ξεπερνούν τα 400 εκατ. ευρώ.
Έτσι, η περίπτωση της Παπαστράτος αποκτά ενδιαφέρον πέρα από τα εταιρικά της μεγέθη: λειτουργεί ως case study για το πώς μια παραγωγική μονάδα στην Ελλάδα μπορεί να ενταχθεί σε διεθνή δίκτυα και να αποκτήσει σημαντικό εξαγωγικό αποτύπωμα.

Το 1% που αξίζει περισσότερη προσοχή
Μία εταιρεία αντιστοιχεί στο 1% των συνολικών εξαγωγών προϊόντων της Ελλάδας.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα συζητά πώς θα αυξήσει σημαντικά την εξαγωγική συμμετοχή στην οικονομία, το συγκεκριμένο ποσοστό δείχνει πόσο μεγάλη επίδραση μπορούν να έχουν ισχυρές παραγωγικές μονάδες με διεθνή προσανατολισμό.
Δεν αρκεί, δηλαδή, να αυξάνεται ο αριθμός των επιχειρήσεων που πραγματοποιούν περιστασιακά εξαγωγές.
Το μεγαλύτερο αποτέλεσμα έρχεται όταν δημιουργούνται επιχειρήσεις που επενδύουν συστηματικά σε παραγωγική δυναμικότητα, τεχνολογία, ανθρώπινο κεφάλαιο και προϊόντα που μπορούν να ανταγωνιστούν σε διεθνείς αγορές.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται και η σύνδεση με τη σημερινή συζήτηση για το Brand Greece 2030 και τη διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης της χώρας.
Το 2,7% των φορολογικών εσόδων
Υπάρχει ακόμη ένα εντυπωσιακό στοιχείο στη μελέτη.
Η μέση διαχρονική συνεισφορά της Παπαστράτος στα φορολογικά έσοδα της χώρας διαμορφώνεται στο 2,7%.
Εδώ χρειάζεται προσοχή στην ανάγνωση: το ποσοστό αφορά τη συνολική φορολογική συνεισφορά που αποτιμά η μελέτη και δεν πρέπει να συγχέεται με φόρο επί των εταιρικών κερδών. Στον κλάδο των καπνικών προϊόντων οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης αποτελούν ούτως ή άλλως σημαντικό μέρος των δημόσιων εσόδων.
Παραμένει, ωστόσο, ένα μέγεθος που δείχνει την οικονομική κλίμακα της δραστηριότητας.
«240 τέτοιες επιχειρήσεις»
Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκος Βέττας έδωσε κατά την παρουσίαση μια χαρακτηριστική —και όπως διευκρίνισε, υποθετική— αναγωγή:
εάν η Ελλάδα διέθετε 240 επιχειρήσεις με αντίστοιχο οικονομικό αποτύπωμα, το ΑΕΠ της χώρας θα ήταν διπλάσιο.
Προφανώς μια οικονομία δεν λειτουργεί με απλό πολλαπλασιασμό 240 επιχειρήσεων.
Το επιχείρημα, όμως, αναδεικνύει κάτι ουσιαστικότερο: το ζήτημα του μεγέθους και της παραγωγικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων.
Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικά μεγάλο αριθμό πολύ μικρών επιχειρήσεων. Για να αυξηθεί όμως δραστικά η παραγωγικότητα, οι εξαγωγές και οι επενδύσεις, χρειάζεται παράλληλα μεγαλύτερος αριθμός επιχειρήσεων ικανών να επενδύσουν σε κλίμακα και να ανταγωνιστούν διεθνώς.
Το στοίχημα της προστιθέμενης αξίας
Εδώ η μελέτη ξεφεύγει από την ίδια την Παπαστράτος και αγγίζει ένα από τα βασικότερα προβλήματα του ελληνικού εξαγωγικού μοντέλου.
Ο Νίκος Βέττας επισήμανε ότι σημαντικό μέρος των προϊόντων που εξακολουθεί να εξάγει η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από σχετικά χαμηλή προστιθέμενη αξία και περιορισμένη καινοτομία.
Ως κρίσιμες προϋποθέσεις για την αλλαγή αυτής της εικόνας έθεσε την εξωστρέφεια, την επένδυση στην τεχνολογία, ένα σταθερό οικονομικό περιβάλλον και καλύτερες υποδομές, με ιδιαίτερη έμφαση στη διασύνδεση λιμένων και logistics.
Και αυτό είναι πιθανότατα το σημαντικότερο μήνυμα για την ελληνική επιχειρηματικότητα.
Το επόμενο βήμα των ελληνικών εξαγωγών δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στο να πουλάμε περισσότερα.
Πρέπει να πουλάμε προϊόντα με μεγαλύτερη τεχνολογική ένταση, μεγαλύτερη παραγωγικότητα, ισχυρότερη διαφοροποίηση και περισσότερη αξία που δημιουργείται στην Ελλάδα.

Τίνα Δάβου, CEO Παπάστράτος
Από τα 95 χρόνια στο ερώτημα της επόμενης ημέρας
Η Διευθύνουσα Σύμβουλος της Παπαστράτος, Τίνα Δάβου, περιέγραψε την 95χρονη πορεία της εταιρείας ως ιστορία συνεχούς μετασχηματισμού, με επενδύσεις στην καινοτομία, στην παραγωγή εξαγώγιμων προϊόντων και στις επόμενες γενιές. Η εταιρεία συμμετέχει φέτος για ένατη συνεχή χρονιά στη ΔΕΘ, έχοντας επιλέξει ως κεντρικό μήνυμα το «Εδώ, το Επόμενο Προηγείται».
Για την ελληνική οικονομία, πάντως, το ενδιαφέρον ερώτημα βρίσκεται πέρα από την ίδια την εταιρεία.
Η Ελλάδα έχει θέσει πολύ υψηλότερα τον πήχη για την εξωστρέφεια της επόμενης περιόδου. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ήδη σημαντική δυναμική στις εξαγωγές, αλλά η ποσοτική αύξηση από μόνη της δεν αρκεί.
Χρειάζεται περισσότερη βιομηχανία, μεγαλύτερη κλίμακα, περισσότερη τεχνολογία, διεθνή δίκτυα και παραγωγή υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Γι’ αυτό και πίσω από το 0,42% του ΑΕΠ και το 1% των εξαγωγών υπάρχει ένα μεγαλύτερο B2B ερώτημα:
όχι πόσες ακόμη εταιρείες σαν την Παπαστράτος μπορεί να αποκτήσει η Ελλάδα, αλλά τι πρέπει να αλλάξει ώστε πολύ περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις να μπορέσουν να αποκτήσουν αντίστοιχη παραγωγική και εξαγωγική κλίμακα.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό θέμα των επόμενων 95 χρόνων.
Η πλήρης μελέτη του ΙΟΒΕ για το οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα της Παπαστράτος στην Ελλάδα είναι διαθέσιμη εδώ.



Leave feedback about this
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.