Μετά τη μεταφορά παραγωγής σε Βιετνάμ, Ινδία και άλλες ασιατικές αγορές, ορισμένες επιχειρήσεις επιστρέφουν σε κινεζικούς προμηθευτές. Οι δασμοί άλλαξαν τους υπολογισμούς, αλλά δεν κατάφεραν να αντιγράψουν το παραγωγικό οικοσύστημα που η Κίνα έχτιζε επί δεκαετίες.
Για χρόνια, το “China+1” ήταν μία από τις ισχυρότερες τάσεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Η λογική ήταν σχετικά απλή: οι επιχειρήσεις δεν εγκαταλείπουν απαραίτητα την Κίνα, αλλά δημιουργούν μία δεύτερη παραγωγική βάση σε χώρες όπως το Βιετνάμ, η Ινδία ή η Ινδονησία, ώστε να μειώσουν την εξάρτησή τους από μία αγορά και να περιορίσουν την έκθεσή τους σε δασμούς και γεωπολιτικούς κινδύνους.
Τώρα, όμως, έρχεται η δεύτερη πράξη.
Σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα του Reuters, επιχειρήσεις που μετέφεραν παραγωγή ή προμήθειες εκτός Κίνας επανεξετάζουν τις επιλογές τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιστρέφουν. Το κόστος, η ποιότητα, οι υποδομές, η πρόσβαση σε εξειδικευμένο προσωπικό και κυρίως το δίκτυο προμηθευτών αποδεικνύονται πολύ δυσκολότερο να αναπαραχθούν από όσο αρχικά υπολογιζόταν.
Όταν ο δασμός δεν είναι όλο το κόστος
Η μεταφορά μιας γραμμής παραγωγής σε μια χώρα με χαμηλότερους δασμούς μπορεί να φαίνεται εξαιρετική σε ένα spreadsheet. Στην πραγματική οικονομία, όμως, το τελικό κόστος ενός προϊόντος εξαρτάται από πολύ περισσότερα.
Η σταθερότητα της ηλεκτροδότησης, οι μεταφορές, οι χρόνοι παράδοσης, η διαθεσιμότητα πρώτων υλών, η ποιότητα των τοπικών προμηθευτών και η ύπαρξη εργαζομένων με συγκεκριμένες τεχνικές δεξιότητες μπορούν να ανατρέψουν γρήγορα την αρχική εξίσωση.
Το Reuters αναφέρει την περίπτωση της κινεζικής Dawang Metals, η οποία είχε δημιουργήσει παραγωγική μονάδα στο Βιετνάμ για να εξυπηρετεί την αμερικανική αγορά, αλλά τελικά την έκλεισε και επέστρεψε την παραγωγή στην Κίνα. Παράλληλα, ακόμη και μεγάλοι retailers όπως η Target έχουν επαναφέρει μέρος του sourcing τους σε Κινέζους προμηθευτές.
Το συμπέρασμα είναι σημαντικό: το φθηνότερο εργοστάσιο δεν σημαίνει απαραίτητα και φθηνότερο τελικό προϊόν.
Το πραγματικό πλεονέκτημα της Κίνας
Για δεκαετίες η Κίνα αντιμετωπιζόταν κυρίως ως η μεγάλη low-cost βιομηχανική βάση του πλανήτη. Σήμερα αυτή η περιγραφή είναι ανεπαρκής.
Το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα βρίσκεται πλέον σε ένα ολόκληρο παραγωγικό οικοσύστημα: εργοστάσια, εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, προμηθευτές και υποπρομηθευτές, λιμάνια, logistics, ενεργειακές υποδομές και δυνατότητα γρήγορης αύξησης της παραγωγής.
Μια εταιρεία μπορεί σχετικά εύκολα να μεταφέρει ένα εργοστάσιο. Είναι πολύ δυσκολότερο να μεταφέρει μαζί του εκατοντάδες κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Και αυτή ακριβώς η διαφορά φαίνεται τώρα να αναγκάζει ορισμένες επιχειρήσεις να ξανακάνουν τους υπολογισμούς τους.
Το China+1 δεν πέθανε
Η επιστροφή ορισμένων επιχειρήσεων δεν σημαίνει ότι η στρατηγική διαφοροποίησης απέτυχε συνολικά.
Το Βιετνάμ, η Ινδία και άλλες ασιατικές οικονομίες συνεχίζουν να προσελκύουν επενδύσεις, ενώ πολλές πολυεθνικές εξακολουθούν να θεωρούν επικίνδυνη την πλήρη εξάρτηση από μία χώρα. Αρκετές επιχειρήσεις διατηρούν μάλιστα παράλληλη παρουσία στην Κίνα και σε δεύτερη παραγωγική βάση ακριβώς ως μορφή διαχείρισης κινδύνου.
Άρα το μοντέλο δεν αλλάζει από China+1 σε “Back to China”.
Αλλάζει από το «φεύγω από την Κίνα» στο πολύ πιο σύνθετο «πού πρέπει να παράγω τι».
Και αυτή είναι ουσιαστική διαφορά.
Οι γερμανικές επιχειρήσεις στέλνουν ένα ακόμη μήνυμα
Η τάση αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν συνδυαστεί με ένα δεύτερο στοιχείο των τελευταίων ημερών.
Οι γερμανικές επιχειρήσεις αύξησαν κατά περίπου ένα τρίτο τις επενδύσεις τους στην Κίνα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, ενώ περιόρισαν σημαντικά τις επενδύσεις τους στις ΗΠΑ, σύμφωνα με ανάλυση του German Economic Institute σε στοιχεία της Bundesbank. Οι πρόσθετες γερμανικές επενδύσεις στην Κίνα έφτασαν τα €5,6 δισ. σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους.
Δεν πρόκειται επομένως για μια απλή «επιστροφή στην Κίνα», αλλά για μια ευρύτερη επανεκτίμηση του πού βρίσκονται πραγματικά τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα μιας παραγωγικής βάσης.
Και τι σημαίνει αυτό για την Ευρώπη;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μάθημα.
Η ευρωπαϊκή συζήτηση για de-risking, στρατηγική αυτονομία και επαναβιομηχάνιση δεν μπορεί να περιορίζεται στην επιβολή δασμών ή στην επιδότηση μιας νέας μονάδας παραγωγής.
Για να μετακινηθούν πραγματικά οι παγκόσμιες αλυσίδες αξίας χρειάζονται ανταγωνιστική ενέργεια, υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό, πρόσβαση σε κεφάλαια, ταχύτητα στις επενδύσεις και —κυρίως— ένα πυκνό δίκτυο επιχειρήσεων που μπορούν να λειτουργήσουν ως προμηθευτές η μία της άλλης.
Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα.
Αν η χώρα θέλει να αυξήσει τη συμμετοχή της στις διεθνείς αλυσίδες αξίας, η ευκαιρία δεν βρίσκεται μόνο στο να προσελκύσει ένα μεγάλο εργοστάσιο. Βρίσκεται στο να δημιουργήσει το περιβάλλον μέσα στο οποίο το εργοστάσιο θα έχει λόγο να μείνει, να μεγαλώσει και να εξάγει.
Και παρά τις αλλεπάλληλες εμπορικές εντάσεις, το παγκόσμιο εμπόριο αποδεικνύεται ανθεκτικό. Ο τελευταίος Goods Trade Barometer του WTO διαμορφώθηκε στις 102 μονάδες, πάνω από τη μακροχρόνια τάση των 100 μονάδων και υψηλότερα από το 101,7 του Ιουνίου, ενώ ο δείκτης νέων εξαγωγικών παραγγελιών έφτασε τις 103,5 μονάδες.
Το μήνυμα, επομένως, δεν είναι ότι η παγκοσμιοποίηση τελείωσε. Είναι ότι ξαναγράφεται ο χάρτης της.
Και η περίπτωση της Κίνας υπενθυμίζει κάτι που συχνά χάνεται μέσα στη συζήτηση περί δασμών: οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάξουν το κόστος εισαγωγής με μία υπογραφή. Ένα ανταγωνιστικό παραγωγικό οικοσύστημα, όμως, χρειάζεται δεκαετίες για να χτιστεί.



Leave feedback about this
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.